Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

... επιστροφή μέσα απ' τον καθρέφτη



Αφήγημα

Η Κασσάνδρα ξύπνησε από τις ηλιαχτίδες που, μπαίνοντας μέσα από τις μισόκλειστες γρίλιες, τρεμόπαιζαν πάνω στα μάτια της. Είχε δει πάλι το ίδιο όνειρο. Ήταν ευχάριστο, αλλά και παράξενο, αφού τον τελευταίο μήνα έβλεπε σχεδόν κάθε νύχτα ότι ανέβαινε με γρήγορο βήμα μια απότομη πλαγιά, ενώ γύρω της η φύση παλλόταν από ζωή, οι κερασιές ήταν κατάφορτες και οι αγριοτριανταφυλλιές γεμάτες λουλούδια την προσκαλούσαν να τις αγγίξει. Τα κρινάκια αναδεύονταν, καθώς ο αέρας περνούσε απαλά ανάμεσά τους και ανάδιναν μια μεθυστική μυρωδιά. Μα εκείνη προχωρούσε χωρίς σταματημό, χωρίς ανάσα. Στα χέρια της κρατούσε ένα μικρό λευκό καλάθι που δεν ήξερε τι περιείχε, ή δεν μπορούσε να θυμηθεί.
Κάποια στιγμή έφτανε στην κορυφή. Από κει μπορούσε να ατενίσει το αλσύλιο με τα πεύκα και τις βελανιδιές και το στενό μονοπάτι που οδηγούσε στριφογυρίζοντας στην απέραντη παραλία. Πάντα η ίδια ώρα, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, όταν οι σκιές μακραίνουν και το σκοτάδι δεν έχει ακόμα απλώσει την κυριαρχική του αγκαλιά. Κι αυτή να στέκεται εκεί ψηλά και να παρατηρεί τα κύματα να φουσκώνουν και τα χρώματα που πριν λίγη ώρα έβαφαν τον ορίζοντα, άπειρες πινελιές με έντονες αντιθέσεις, να παραχωρούν τη θέση τους σε διαβαθμίσεις του γκρίζου. Κάθε φορά το ίδιο τοπίο και πάντα το ίδιο ερώτημα: Τι κάνει εκεί;
Και μετά ξυπνούσε. Είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν κάτι βαθύ τη συνέδεε με τον άγνωστο τόπο της άρεσε να γυρνά κάθε φορά στο ύψωμα και να κοιτά τη μυστική παραλία της. Μάλιστα το τοπίο είχε γίνει τόσο οικείο, ώστε τις τελευταίες φορές που το αντίκρισε ένιωσε μια σιγουριά στα βήματα που έκανε στον ονειρότοπο, ήξερε πού βάδιζε και πού θα έφτανε.

Την επομένη τ’ όνειρο επανήλθε. Ήταν πάλι το γνώριμο περιβάλλον, αλλά υπήρχε μια σημαντική διαφορά. Η Κασσάνδρα άρχισε να κινείται με τη γνώση ότι έβλεπε όνειρο. Και θέλησε να ελέγξει τις κινήσεις της μέσα του. Προχώρησε με σιγουριά και άρχισε να κατεβαίνει την πλαγιά περνώντας μέσα από το δάσος. Παρατηρούσε με μια αίσθηση μεγάλης οικειότητας τα δέντρα, τα χάιδευε καθώς τα προσπερνούσε, αγκάλιασε μια ογκώδη βελανιδιά και χόρεψε ανάμεσα στους πεσμένους καρπούς της. Ένιωθε το υγρό χώμα και τα δάχτυλά της χώνονταν στα ξερά φύλλα. Πρόσεξε πως ήταν ξυπόλητη. Είδε δίπλα της ένα μεγάλο αμανίτη και έσκυψε να τον κόψει. Θυμήθηκε το μαχαίρι που είχε περασμένο στη ζώνη της και το χρησιμοποίησε γι αυτό το σκοπό. Θα τον έψηνε στη φωτιά το ξημέρωμα, αφού θα είχε τελειώσει το.... Δε θυμόταν τι πήγαινε να κάνει. Ανασήκωσε τους ώμους. Ένα ζαρκάδι στεκόταν ανάμεσα σε δυο πεύκα και την κοιτούσε κι αυτή ψιθύρισε κάτι που δεν ήξερε τι σήμαινε. Μια λάμψη πέρασε μπροστά της και ... ξύπνησε.
Κοίταξε το σκοτεινό δωμάτιο, τη σκούρα αντανάκλασή της στον καθρέφτη απέναντί της και έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Ήθελε να συνεχίσει το όνειρο, δεν έπρεπε να το χάσει, πρώτη φορά ήταν τόσο ζωντανό. Συνέχισε να περπατά μέχρι το τέλος του δάσους και κατέληξε στην παραλία. Προχώρησε μέχρι που το νερό άγγιξε τα πόδια της και κάθισε πάνω στη χοντρή άμμο. Η ψύχρα της νύχτας την τύλιγε. Η φύση ήταν απλωμένη γύρω της και ήθελε να γίνει ένα μαζί της. Κυλίστηκε χάμω και τα μάτια της πήγαν στο καλάθι που είχε αφήσει δίπλα της. Είχε έρθει η ώρα να μάθει τι υπήρχε εκεί μέσα. Τράβηξε το κάλυμμα και απόμεινε να κοιτάζει το περιεχόμενο με ανοιχτό το στόμα. Και θυμήθηκε.

Άκουγε τα βήματά της πάνω στα βότσαλα. Είχε πια σκοτεινιάσει. Το φεγγάρι ήταν ψηλά στον ουρανό. Έφτασε στην υγρή και σκοτεινή σπηλιά. Ταλαντεύτηκε για λίγο, αναρωτήθηκε αν είχε έρθει η ώρα να ξυπνήσει, μα ήθελε να τελειώσει αυτό για το οποίο είχε φτάσει μέχρι εδώ.
Μπήκε στη σπηλιά. Τα τοιχώματα γύρω της ήταν υγρά και τα πόδια της βυθίζονταν στην παχιά άμμο. Κάθισε σε μια πέτρα και άνοιξε το καλάθι. Έβγαλε από μέσα μια βέργα από αφροξυλιά και χάραξε στην άμμο ένα μεγάλο κύκλο. Μέσα του τοποθέτησε τα τρία λευκά κεριά ώστε να σχηματίζουν ένα ισόπλευρο τρίγωνο και τα άναψε. Κάθισε στο μέσον του κύκλου τοποθετώντας μπροστά της ένα κομμάτι χαλαζία. Έβγαλε ένα μικρό μπρούτζινο καθρέφτη που είχε στον πάτο του καλαθιού. Μέσα του αντίκρισε τα πράσινα φωτεινά μάτια της και τα κατάξανθα μαλλιά της.
Ήταν η Ιάνθη, η Θεσσαλή μάγισσα που είχε φτιάξει τόσα φίλτρα για γυναίκες και άντρες και είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σπίτι της όταν οι ιερείς της νέας θρησκείας καταδίωξαν τις όμοιές της. Έζησε για λίγο απομονωμένη σε μια καλύβα έξω από την πόλη, μα έπρεπε να κάνει μια τελευταία πράξη.
Είχε σκεφτεί πολύ πάνω σ’ αυτό. Ήξερε πως ήταν ζήτημα ημερών να τη συλλάβουν και να τη δικάσουν, αφού δεν απαρνιόταν τις γνώσεις που της είχε εμπιστευτεί η Εκάτη. Όμως κανείς δε θα τη σκότωνε με τους δικούς του όρους. Μπορούσε ακόμα να επιλέξει.
Σηκώθηκε και σκόρπισε γύρω από τον κύκλο την προσφορά της: μέλι και γάλα και αίμα από τη μαύρη προβατίνα που είχε θυσιάσει νωρίτερα. Ύστερα κάθισε πάλι στο μέσον του κύκλου και προσευχήθηκε: «Μεγάλη Θεά, Κυρίαρχε του Θανάτου, Σκοτεινή Βασίλισσα, Εσύ που μου χάρισες τις δυνάμεις και τη μαγεία σου, Παντοδύναμη Εκάτη, στάσου κοντά μου σε τούτο το τελευταίο έργο και χάρισέ μου την αθανασία στα μέγαρά σου».
Ένιωσε ένα κύμα φόβου να φουντώνει μέσα της, η πίστη της κλονίστηκε, είδε τη θεά να αποσύρεται μακριά από τη χώρα στην οποία κάποτε κυριαρχούσε. Κι αν στην άλλη μεριά την περίμενε μια παγωμένη έρημος, χωρίς την παρουσία της φιλεύσπλαχνης Εκάτης; Δεν μπορούσε να κάνει πια πίσω. Έβγαλε το βάζο που περιείχε το μίγμα που είχε φτιάξει. Είχε τρίψει ρίζα μανδραγόρα, ελλέβορο, λευκό αμανίτη και χαμομήλι μαζί με καρυδέλαιο, παπαρούνα, βασιλικό και λίγη σκόνη χαλαζία.
Η σελήνη βρισκόταν τώρα στο πιο ψηλό σημείο του ουρανού. Έφερε αργά στο στόμα της το ποτό και το ήπιε μονορούφι. Είχε μια στυφή γεύση. Ήταν η τελευταία φορά που ασκούσε τη μαγική τέχνη της. Τώρα της απόμενε να περιμένει. Ήταν ήρεμη και μια βαθιά μελαγχολία μούδιαζε τα μέλη της. Η Εκάτη θα της χάριζε την αθανασία, ίσως όμως της έδινε απλώς τη λήθη κι ένα αργό και επώδυνο θάνατο. Πέρασαν λίγα λεπτά χωρίς να συμβεί τίποτα. Ύστερα έγειρε το σώμα της στο πλάι. Κρύος ιδρώτας την έλουσε και μια φωτιά έκαιγε τα σωθικά της και της έκοβε την ανάσα. Ξάπλωσε και τα μάτια της έκλεισαν. Το σώμα της πονούσε. Σταμάτησε να σκέφτεται.
Οράματα σάρωσαν το νου της. Είδε τον ήλιο να βουτάει πίσω από γαλάζια βουνά. Τα χρώματα σκούρυναν και η χλωμή και μεγαλόπρεπη σελήνη ανέτειλε. Κι αυτή μεταμορφώθηκε σε ελάφι και μετά έγινε αρκούδα κι ύστερα φίδι και τα πύρινα μάτια του γνώρισαν τη λάμψη της θεάς.
Ένιωθε να αποσυνδέεται από την ταυτότητά της και να διαχέεται στο άπειρο. Ήταν μεγάλη όσο ολόκληρος ο κόσμος. Έπλεε σε μια θάλασσα αισθημάτων, είχε μετατραπεί σε ένα χρυσό ποτάμι που διέσχιζε στριφογυριστό μια πεδιάδα γεμάτη κόκκινα και μπλε λουλούδια που έλαμπαν κάτω από ένα καινούργιο λαμπρό ήλιο. Δε χόρταινε να βλέπει τους άπειρους ιριδισμούς και στριφογύριζε χαρούμενη, καθώς η κελαρυστή ορμή του νερού την οδηγούσε στον ωκεανό.
Ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα του μελιού. Τα δέντρα ήταν γαλάζια με χρυσούς κορμούς, ενώ απ’ τα κλαδιά τους κρέμονταν φρούτα που δεν είχε ξαναδεί. Μπροστά της, μέσα στη θάλασσα, ορθωνόταν ένα παλάτι από μαύρο κρύσταλλο. Απόμεινε να θαυμάζει τον όγκο που υψωνόταν και έμοιαζε να ακουμπά στα σύννεφα. Η θεά την περίμενε.
Η Κασσάνδρα θυμήθηκε πως ονειρευόταν και βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στην ομορφιά του ονείρου της. Στα μέλη της είχε απλωθεί μια γλυκιά αίσθηση παραίτησης κι απολάμβανε την παραμυθένια ατμόσφαιρα.
Ήταν τόσο όμορφη η Ιάνθη καθώς άνοιγε την κρυστάλλινη πύλη και έμπαινε στο μαύρο παλάτι. Οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με βαρύτιμα χαλιά σ’ όλες τις αποχρώσεις του μπλε και σάλευαν από κάποια αόρατη πηγή αέρα, όμοια με τα κύματα του ωκεανού. Το πάτωμα ήταν κοραλένιο και ένας απαλός φωτισμός έπεφτε ομοιόμορφα παντού. Τη διακόσμηση του δωματίου αποτελούσαν ένας τεράστιος σκαλιστός καθρέφτης, ασημένια κηροπήγια με μαύρα κεριά και περίτεχνες ανθοστήλες με κρίνους, ενώ στη μέση δέσποζε ένα μεγάλο κρεβάτι με ουρανό και μαύρες μεταξωτές κουρτίνες.

Η Ιάνθη πλησίασε τον καθρέφτη του ονείρου και η Κασσάνδρα ένιωσε ξαφνικά τον κίνδυνο. Τώρα ήθελε να ξυπνήσει. Μα η νάρκη είχε πέσει βαριά πάνω της και δεν την άφηνε να σαλέψει. Ένιωθε τον εαυτό της ξαπλωμένο στο κρεβάτι της, την υφή των σεντονιών και της κουβέρτας, κι όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει σε νέα έκσταση και να εξακολουθήσει να δέχεται τις εικόνες του ονείρου.
Η Κασσάνδρα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και αντίκρισε την Ιάνθη να καθρεφτίζεται και να της χαμογελά. Ένιωσε να πέφτει από ψηλά και η φωνή της πνίγηκε πριν βγει απ’ το στόμα της.
Η Ιάνθη σιωπηλή και επιβλητική στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και χαμογέλασε στον εαυτό της. Στράφηκε μια τελευταία φορά πίσω της και είδε την Κασσάνδρα να κοιμάται στο κρεβάτι με τον ουρανό και τις μαύρες μεταξωτές κουρτίνες. Ύστερα πέρασε μέσα από τη στιλπνή επιφάνεια και βρέθηκε στο δωμάτιο της Κασσάνδρας. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της άλλης πλευράς. Πίσω απ’ τη θάλασσα των ονείρων της είχε ανακαλύψει μια καινούργια πατρίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: